*Γυμνός, Ιούλη μήνα, το καταμεσήμερο.*
Σ' ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά,
ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου
που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στο τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια.
Πιο χαμηλά τη κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα:
δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα.
Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Χάμου, στ' άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δύο σάνταλα.
Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να' χω τόσα.
Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ.
Απο το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε.
Μόνο που ναι πιο δύσκολο.
Κι απο το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ' αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει.
Κι απο τη φύση-αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.
Σ' ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά,
ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου
που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στο τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια.
Πιο χαμηλά τη κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα:
δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα.
Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Χάμου, στ' άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δύο σάνταλα.
Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να' χω τόσα.
Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ.
Απο το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε.
Μόνο που ναι πιο δύσκολο.
Κι απο το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ' αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει.
Κι απο τη φύση-αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.