Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Μάρσυ.

Ένα πλασματάκι γεμάτο ζωντάνια, ζωηράδα, αταξίες και πολλά παιδιαρίσματα.
Σκίζει φόρμες, ριχτάρια, σαγιονάρες,  πηδάει πάνω σου, κουνάει τα αυτάκια πέρα δόθε, διατηρεί ανάμεικτα συναισθήματα με το μαξιλάρι καρδούλα που έχει, με το οποίο όταν κοιμάται το αγκαλιάζει και όταν ξυπνάει δαιμονίζεται με αυτό, παίζει με το μπαλάκι της και σου το φέρνει πίσω μετά.
Αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με τη χαρά που κάνει, όταν έχεις λείψει μία ώρα απο το σπίτι και με το που σε βλέπει τρέχει κατα πάνω σου.
Τις τελευταίες 3 μέρες έχει ομορφύνει το σπίτι.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

ενδοχώρα.

Τα κούμαρα βαριά σαν βλέφαρα ηδυπάθειας, στάζουν το μέλι στη σιγή. Ο γδούπος διαρκεί, και απο τα μάτια σου στο στήθος και στο στόμα μου, η έλξις απλώνει την παλίρροια.

Λίγα κοσμήματα στη χλόη. Λίγα διαμάντια στο σκοτάδι. Μα η πεταλούδα που νύκτωρ εγεννήθη μας αναγγέλει την αυγή, σφαδάζουσα στο ράμφος της πρωίας.

Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ' άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

Μεταίωρη στιγμή σαν το φλουρί, που μια στιγμή γυαλίζει πριν να πέση. Νόστιμον είναι πως όταν πέσει χάνεται. Μένουν όμως τα πουλιά, μένει η φωνή τους, και όπου καθήσουν, σε γυμνά κλαριά, ή σε ποτήρια γιομάτα μαργαρίτες, φυτρώνει ένα πούπουλο ή ένα πτερό με ρόδινη αιχμή, καθώς σπονδή στον άνεμο.

Η πήξις νεφελωμάτων είναι μαστός εντός χοάνης.

Η σιωπή λικνίζεται στην αμμουδιά. Τα πόδια της πατούν στην κυανή, στην άνευ έρματος ακρογιαλιά θαλάσσης που καθεύδει.

Τα βήματά μου αντηχούν στη βελουδένια στρώσι της σκιάς μου.

Κρυφή μου ελπίδα στα βουνά, καλημερίζω την ηχώ σου.

Ω, δροσερό κοράσιον που κρύβεσαι μεσ' στα μπαμπάκια των χιονοστιβάδων! Τα κρύσταλλά τους μέλπουν όπισθεν σου, και τα ταχύσκαπτα των κουναβιών βαθαίνουν κι όλο πλησιάζουν το κύπελλον του φουστανιού σου. Έτσι τ' αστέρια τανύουν τις χορδές των. Έτσι διαχέεται στο νού σου ο γαλαξίας.

Βάμμα νυκτός στα χείλη της, δόσις φωτός στο στήθος μου, και τα πανέρια της ανοίξεως ανοικτά, με τα χρωματιστά χαρτιά των φρούτων κυμαινόμενα.

Της γειτνιάσεως οι συμπληγάδες είναι μαστοί νεάνιδος που τους θωπεύει ο ποντοπόρος.

Ακόμη λίγη θάλασσα, ακόμη λίγο αλάτι. Έπειτα θαθελα να κυλισθώ
στην αμμουδιά μαζί σου.

Των αποστάσεων η έλξις προσδιορίζει κάθε βήμα. Η ταξειδιώτης ξεκουμπώνει το παλτό της. Από το στήθος της πετούν μικρά πουλιά προς την πολίχνη. Στο υψηλό βουνό τής ετοιμάζουν τον θερινό κοιτώνα και τα μαλλιά της ήδη πρασινίζουν.

Βαθειά πληγή. Στον λόφο του κρατήρος κραδαίνεις την ανάμνησι, και, έτσι, σιγά σαν σύθαμπο που απορροφά μια μέρα που φθίνει, δίνεις, αγαπητή και δήθεν ξεχασμένη, τον στρόβιλο της λησμονιάς στους πέντε ανέμους - γιατί πάντοτε, και όταν σβουρίζει η χλαλοή και καταβρέχεται η χλόη, ξεχνάς, και πάλι αναμημνίσκεσαι, και χωρίς καμίαν υποχρέωσι, κάποτε θλίβεσαι και κάποτε αγαλλιάς. Είσαι θαρρώ, φρεγάδα που περνά απ' όλα τα λιμάνια, δίχως καλάθια και με ωραίες λείες κουπαστές.

Ένα κουμπί στο φως, μια ταραντούλα στο σκοτάδι, κι' ανάμεσα, μια γοερή κραυγή την ώρα που βραδυάζει.

Οι τοίχοι, λεν, έχουν αυτιά - μα οι ψίθυροι ζουν και πεθαίνουν και στα φύλλα.

Αποσκιρτώ μεσ΄στα φυλλώματα. Από μακρυά διακρίνω την ελαφρά κοιλάδα. Η μέρα αυτή είναι σαν πλημμυρίς φωτός. Στις φλέβες και στα φύλλα της ρέει το αίμα που την ζωντανεύει και απομακρύνει τις ταχύρπαστες σφενδόνες. Ο θόλος της είναι τόσο διαυγής που σπάζει η στάμνα της γειτονικής επαύλεως και σκάζουν προώρως τα ρόδια της δενδροστοιχίας. Κάθε σπειρί τους είναι μια στιγμή που πέφτει σε πηγάδι ηδυπάθειας.

Πάρε την λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου.

Ενατενίζω. Μια καμπάνα τήκεται μπροστά μου.

Ράμφος εγώ. Εσύ, ολόκληρη μια νύχτα με αναπαλμούς και φώσφορο μεδούσης. Έπειτα αποκοιμήθηκες κι όταν πια ξύπνησες, πάλι με κοίταξες, όπως κοιτάζει ένα παιδί μια στήλη.

Η δριμύτης της ανοίξεως ένα φιλί που΄χω στο στόμα.

Οι άνθρωποι καμιά φορά, βαπτίζουνε τα χέρια τους σε μπακιρένιες κολυμβήθρες. Σε τέτοιες στιγμές τα βρέφη αγαλλιούν και παίζουν με ψάρια κόκκινα πλευστότητος ελαφροτάτης.

Πράξεις των ελεφάντων. Πολύτιμα περίστροφα εξ ελεφαντοστού. Μια γυναίκα ανάμεσα σε δύο θυμωνιές μαζεύει παπαρούνες. Τέλος, κάποιος τραβά μια πιστολιά και τρέπονται εις φυγήν τα ζώα. Το ποδοβολητό τους προχωρεί σαν κύμα που περνά επάνω απ' όλα.

Ό, τι σαλπίζει δεν βοά και δεν περιτυλίσσεται σα νάταν φίδι.

Η παρόρμησις είναι μια συνοχή εαρινών βλυσμάτων. Μακάριοι αυτοί που πίπτουν στα νερά της. Τα στήθη της είναι τόσο ωραία που υπερνικούνε όλα τα υφάσματα. Αν η παρόρμησις υπάρχει, τίποτε δεν μπορεί να την αναχαιτίση. Η χαίτη της όταν εφορμά είναι δάσος φλεγόμενον με μύρα.

Η τρέλλα μοιάζει με χαρά ή με θλίψι. Όμως δεν είναι πίθος δαναϊδων αλλά ομάς νεανίδων που ορχούνται σε θέατρον του Ορχομενού. Καμιά φωνή δεν συνεκλόνισε βαθύτερα τα πλήθη. Καμιά πηγή δεν γέλασε πιο ιλαρά. Κανένα σούρουπο δεν άπλωσε μια βαθύτερα θλίψι. Ω, κόρη υστερική! Το σκίρτημα σου είναι οδός που οδηγεί στη γέφυρα της καταστάσεώς σου και η κραυγή σου οξύ χλιμίντρισμα που διαπερνά το μάτι τ' ουρανού.

Το αγρόκτημα το σκέπασε η λήθη. Μέσα στις άδειες κάμαρες στάζουν οι σταλακτίται, και, στην σιγή, μετρούν τις ώρες και τα χρόνια της ανεξήγητης εγκαταλείψεως. Μπροστά στην πόρτα ένας ληστής κλαίει πικρότατα. Μέσα στα φύλλα μιας συκιάς αλλάζει χρώμα ο χαμαιλέων.

Τώρα που η πόλις μετανάστεψε, καθίζει η μνήμη της πομπής και αναστενάζει εμπρός εις τους κενούς και ηλιοκαείς τροχιοδρόμους.

Το δράμα του παραλιακού ξενοδοχείου δεν κατεσβέσθη. Ακόμα καταποντίζεται ο λυγμός και η φαλαινίς μνήσκει λαχανιασμένη. Α, πως κτυπούν τα κύμβαλα οι ανηλεείς σκαφανδροφόροι! Α, πως πονούν αυτοί που σέρπουνε στην άμμο!

Εαρινοί καταυλισμοί ονείρων εν εγρηγόρσει - των κατευθύνσεων οι ώρες σαν σαύρες της αυγής.

Βρέφος εντός αβράς σιγής. Μόνον η αύρα μέλπει και η τροφός ρεμβάζουσα προσφρέρει το βυζί της στο ευτυχισμένο βρέφος. Ώρα ηδονής και γάλακτος. Ώρα του γαλαξίου.

Κατάρτια μπηγμένα σε γηλόφους άμμου, χαρές παιδιών, χαρές ανδρών και γυναικών ενώ πλησιάζει το βαπόρι, νέφη λευκά και ανάλαφρα στον ουρανό, χίλια αντικείμενα στιλπνά και πολυφίλητα σαν χείλη αιμάσσοντα ή δροσερά, ή σαν μαστοί εν εγρηγόρσει, κ΄αίφνης εσύ, ζεστή και δροσερή συνάμα, και ουδέποτε μικρόνους, παρ' όλον ότι έχεις πόδια μικρά και μικρά χέρια.
Ίσως γι' αυτό σε αγαπώ τόσο πολύ. Ίσως γι' αυτό σε κράζω και στον ύπνο.

Ο άνεμος όταν φυσά, οι καλαμιές γεμίζουν αυλητρίδες.

Στην βουνοκορφή δεσπόζουν τροχαλίαι. Στην πεδιάδα περιστρέφονται ελαιοτριβεία και η διαρκής παραγωγή των λατομείων, συγκρίνεται μ' εκβραχισμούς των σχιστολίθων. Μεσ' στο λιοπύρι περίπτανται κορυδαλλοί και όσοι κοιτούν τον χάλυβα να λυώνη, μοιάζουν με ιππείς που ξαφνικά πεζεύουν μπρος σε βρύση.

Μέσα στα τζένερα εμφωλεύει η σπίθα. Κρωγμοί αντηχούν κάτω απ' τα φύλλα, και σχίζουν τον άσπιλο χασέ της νύχτας. Μα πριν ακόμη ξημερώσει, μεσουρανούν οι θρύλοι κ' η σπίθα αποκαλύπτεται και λάμπει. Έπειτα σβήνει μονομιάς - μα ξαφνικά στη θέση της αλέκτωρ αλαλάζει.


Ο πλόκαμος της Αλταμίρας. Α.Ε.

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Η πρωτομαγιά.

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω:
Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη
ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα
ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα
τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες
λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες

Θα' λεγες έτοιμα όλα τους να παν
στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.

Ο.Ελύτης. Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη.


Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

"στροβιλίζομαι"

στροβιλίζω-ομαι: στρέφομαι (με μικρότερη ή μεγαλύτερη ταχύτητα) γύρω από έναν πραγματικό ή νοητό άξονα, γύρω απο τον εαυτό μου.περιστρέφομαι.

Για την ίδια, σημαίνει κάτι πολύ παραπάνω. Ναι περιστρέφεται πάντα και παντού γύρω απο τον εαυτό της και επηρεάζει, θετικά πάντα και όλη την τρελοπαρέα της σε αυτού του είδους στροβιλισμού.
Τι είναι όμως, πραγματικά, για εκείνη αυτή η έννοια? Και γιατί την χρησιμοποιεί, λεκτικά και χειρόγραφα σε τοίχους και χαρτιά συνέχεια?
Είναι αυτό που λέμε δράση αντίδραση.
Όποιος την κάνει να χαμογελάει στροβιλίζεται και όταν κάποιος την πληγώνει, πάλι στροβιλίζεται διαφορετικά όμως. Στροβιλίζονται και οι άλλοι όμως, για εκείνη.
Κάθε της διάθεση, μέσα στο στροβιλισμό, θα την καταλάβεις πάνω στους τοίχους της Αθήνας.
Παιχνιδιάρικα πάντα, όπως και η ίδια άλλωστε θα γράφει: 







Η αλήθεια είναι ότι αν δεν την γνωρίζεις δεν θα καταλάβεις ποτέ τι εννοεί.
Έμπνευση της....ο έρωτας.
Στόχος της....η υπεκφυγή.
Δεν χωράει ο νους της την αχαριστία.
Ούτε και την κοροιδία.
Το πράσινο χρώμα είναι το μισητό, το δικό του.
Για εκείνη ένας τρόπος αντίδρασης.
Με το ίδιο χρώμα αντέδρασε κάποτε σε κάποια μεγαλεία του.
Τώρα μεγαλουργεί η ίδια.
Και προσπαθεί να του περάσει μηνύματα και να στιχομυθεί μέσα απο τους τοίχους.
Δεν έχει ιδέα με ποιον άνθρωπο τα έχει βάλει.
Ωστόσο αν την γνωρίσεις, δεν θα πιστέψεις ότι είναι αυτή που τα γράφει.
Έχει φινέτσα και την απόλυτη Ελληνική ομορφιά.
Είναι πάντα προσεγμένη, ελκυστική, με τη γόβα στιλέτο και τα απίστευτα μπουκλωτά μακριά μαλλιά της ακουμπάνε πάντα στους γυμνούς της ώμους.
Κι όμως έτσι γράφει στους τοίχους, δεν χάνει ευκαιρία να εκφράσει αυτά που θέλει να βγάλει απο μέσα της.
Πολλοί την κοιτούν περίεργα λίγοι όμως ξέρουν γιατί το κάνει αυτό.
Μέσα απο τη θεική πλασμένη καρικατούρα της λίγοι γνωρίζουν την απλότητα που την εκφράζει.
Και πάνω απ'όλα συναισθηματικά.
Αγαπάει όπως λίγοι.
Εύχομαι όσους στροβιλισμούς της έχω προκαλέσει να είναι απο χαρά.
Αυτή είναι η "στροβιλίζομαι".